βδύλλω

βδύλλω,
A to be in deadly fear of,

τινάς Ar.Lys.354

, cf. Eq.224, Luc. Lex.10.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βδύλλω — (Α) φοβάμαι παρά πολύ κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. Νεώτερος σχηματισμός, παράλληλος τ. του βδέω με επίθημα ύλλω, που προέρχεται από τα επίθετα σε υλος] …   Dictionary of Greek

  • βδύλλετε — βδύλλω to be in deadly fear of pres imperat act 2nd pl βδύλλω to be in deadly fear of pres ind act 2nd pl βδύλλω to be in deadly fear of imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδύλλει — βδύλλω to be in deadly fear of pres ind mp 2nd sg βδύλλω to be in deadly fear of pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδύλλειν — βδύλλω to be in deadly fear of pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδύλλων — βδύλλω to be in deadly fear of pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδύλλεθ' — βδύλλετε , βδύλλω to be in deadly fear of pres imperat act 2nd pl βδύλλετε , βδύλλω to be in deadly fear of pres ind act 2nd pl βδύλλεται , βδύλλω to be in deadly fear of pres ind mp 3rd sg βδύλλετο , βδύλλω to be in deadly fear of imperf ind mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδύλλεσθ' — βδύλλεσθε , βδύλλω to be in deadly fear of pres imperat mp 2nd pl βδύλλεσθε , βδύλλω to be in deadly fear of pres ind mp 2nd pl βδύλλεσθαι , βδύλλω to be in deadly fear of pres inf mp βδύλλεσθε , βδύλλω to be in deadly fear of imperf ind mp 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δερμύλλω — (Α) έχω στύση τού πέους. [ΕΤΥΜΟΛ. < δέρμα + (επίθημα) ύλλω (πρβλ. βδύλλω, εξαπατύλλω). Η λ. μαρτυρείται και ως γλώσσα τού Ησυχίου «δερμύλλει αισχροποιεί, οι δέ εκδέρει»] …   Dictionary of Greek

  • υποβδύλλω — Α κλάνω αθόρυβα, κουφοκλάνω, ξεφυσώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + βδύλλω «τρομάζω»] …   Dictionary of Greek

  • φέβομαι — Α (ποιητ. τ.) τρέπομαι σε φυγή, φεύγω φοβισμένος («μένον ἔμπεδον οὐδ ἐφέβοντο», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Επικ. ρ. το οποίο απαντά μόνο στον ενεστ. και στον παρατατικό, ανάγεται στην απαθή βαθμίδα τής ΙΕ ρίζας *bhēgw «φεύγω μακριά από κάτι» και… …   Dictionary of Greek

  • ὑπέβδυλλεν — ὑπό βδύλλω to be in deadly fear of imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.